Τα Λιβάδια του Πάικου έως το 1944, ήταν ένας από τους ακμαιότερους κτηνοτροφικούς οικισμούς της Μακεδονίας. Κτισμένα πάνω στα υψηλότερα οροπέδια του Πάικου, στα χίλια διακόσια μέτρα υψόμετρο, τα Λιβάδια, πριν τον τελευταίο μεγάλο παγκόσμιο πόλεμο, αποτελούνταν από δύο οικισμούς: τα Μεγάλα Λιβάδια χτισμένα στη βορειονατολική πλευρά του μεγάλου οροπεδίου, με οκτακόσια σπίτια και τέσσερις χιλιάδες κατοίκους, και τα Μικρά Λιβάδια στη νοτιοδυτική πλευρά με ογδόντα σπίτια και περίπου τριακόσιους κατοίκους. Οι κάτοικοι του δίδυμου οικισμού, Ελληνόβλαχοι καταγόμενοι από περιοχές της Άνω Μακεδονίας όπως τη Μοσχόπολη και τη Γράμμουστα αλλά και από την Πίνδο όπως το Περιβόλι, τη Σαμαρίνα και τα χωριά του Ασπροποτάμου, πρωτοεγκαταστάθηκαν στην περιοχή προς τα τέλη του 18ου αιώνα. Η κύρια οικονομική τους δραστηριότητα ήταν η κτηνοτροφία. Ο ημινομαδικός της χαρακτήρας στο απόγειο της ανάπτυξής της, ξεπέρασε τις εκατόν πενήντα χιλιάδες αιγοπρόβατα κάνοντας τα λιβάδια το σημαντικότερο οικισμό ευρύτερης περιοχής του Πάικου, και την Κοινότητα μια από τις μεγαλύτερες της Κεντρικής Μακεδονίας. Μετά την καταστροφή από τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής (4 Μαΐου 1944) και μια δεύτερη καταστροφή στον εμφύλιο (Σεπτέμβριος 1946) όλοι οι Λιβαδιώτες σκόρπισαν πλέον μόνιμα σε από σαράντα οικισμούς και πόλεις των νομών Θεσσαλονίκης, Κιλκίς, Πέλλας και Ημαθίας. Αργότερα, το 1970, διαμορφώνεται ο νέος οικισμός των Μεγάλων Λιβαδίων με ογδόντα περίπου σπίτια. Από τότε έως σήμερα, περισσότερα από διακόσια σπίτια έχουν κτισθεί, η αγάπη δε των Λιβαδιωτών, ιδιαίτερα αυτή της πολυπληθούς Λιβαδιώτικης Διασποράς, εγγυάται την αναγέννηση του ιστορικού βλαχοχωριού του Πάικου.
«…Τραγούδι και χορός σαν αδιάσπαστη ενότητα λόγου-μέλους-κίνησης είναι ένα από τα χαρακτηριστικά του ελληνικού χώρου από τους αρχαίους χρόνους, ήδη από τα ομηρικά έπη, έως και τη νεότερη εποχή, στις παραδοσιακές κοινωνίες.Τελετουργικοί χοροί χορεύονται σε όλη την Ελλάδα... Στους Βλαχόφωνους Αρμάνους οι ομαδικοί τελετουργικοί χοροί ονομάζοντι Κόρου ντι χοάρα (χορός του χωριού). Οι βλαχόφωνοι σχηματίζουν ανοιχτό κύκλο πιασμένοι από τα χέρια. Συνήθως χορεύουν κατά σειρά ηλικίας και κατά φύλο είτε σε έναν κύκλο είτε σε επάλληλους…» (Αθηνά Κατσανεβάκη: «Βλαχόφωνα και Ελληνόφωνα τραγούδια της περιοχής της Βορείου Πίνδου, Ιστορική-εθνομουσικολογική προσέγγιση: O αρχαισμός τους και η σχέση τους με το ιστορικό υπόβαθρο» 1998).
Ο τύπος του τραγουδιού που διαχρονικά επικράτησε στα Λιβάδια είναι αυτός των Γραμμουσιανών Βλάχων. Το τραγούδι εκτελούνταν ομοφωνικά όπου όλοι μαζί τραγουδούσαν τη βασική μελωδία, αυτοί δε που είχαν την καλύτερη φωνή πρωταγωνιστούσαν στην πορεία του τραγουδιού. Τα τραγούδια είναι βλαχόφωνα και γραικόφωνα. Είναι συνήθως αργά, μακρόσυρτα, πολλές φορές λυπητερά, και μπορούμε να τα κατατάξουμε σε ερωτικά και σε αυτά της καθημερινής ζωής. Σημαντική θέση επίσης έχουν τα τραγούδια του αρραβώνα και του γάμου στα οποία εξυμνούνται οι αρετές και τα χαρίσματα της νέας και του νέου, αλλά και οι δυσκολίες του γάμου. Οι χοροί ακολουθούν γενικά τη μορφολογία των χορών των υπολοίπων Ελληνοβλάχων. Είναι κυρίως χοροί στα τρία, συρτοί αλλά και αντικριστοί. Στα Λιβάδια ο τρανός χορός ή «κόρλου μάρι» των υπολοίπων Ελληνοβλάχων ονομάζεται «λα σίρι» καθώς τον έσερναν οι Λιβαδιώτες στο μεσοχώρι, «λα Μισουχώρι», στο μέσον δηλαδή του χωριού, στις μεγάλες θρησκευτικές γιορτές του καλοκαιριού του Σουμκέτρου και της Σταμαριάς (των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, και της Παναγίας). Στα παλαιότερα χρόνια δεν υπήρχε η μουσική επένδυση των τραγουδιών που υπάρχει σήμερα. Η απόδοση των τραγουδιών και των χορών γινόταν από τους συμμετέχοντες σε ορισμένες δε περιπτώσεις, με τη συνοδεία της γκάιντας. Όσον αφορά τα νεότερα μουσικά όργανα πρώτο το κλαρίνο γίνεται το κυρίαρχο όργανο της ομάδας των οργανοπαικτών.»
Στη συνέχεια ακολουθούν και επικρατούν έως και τις μέρες μας τα χάλκινα όργανα, όπως τρομπέτες, τρομπόνια, κορνέτες, νταούλια. Οι χάλκινες ορχήστρες στα Λιβάδια έρχονταν συνήθως από την γειτονική Γουμένισσα ακόμη και από τη μακρινή Κλεισούρα. Μεταπολεμικά στους γάμους αλλά και ως τα σήμερα, προσκαλούνται μπάντες με χάλκινα ακόμη και από το Τσοτύλι, την Κοζάνη και την Καστοριά.
Οι σκοποί που ακούγονται στο συγκεκριμένο δίσκο δεν είναι οι μοναδικοί των Λιβαδίων. Αποτελούν τμήμα μόνο, ενός σημαντικά μεγάλου αριθμού που ακούγονται, τραγουδιούνται και χορεύονται από τους Μεγαλολιβαδιώτες. Είναι σκοποί που συνοδεύουν τις εκδηλώσεις τους, τα γλέντια και κυρίως τους παραδοσιακούς τους γάμους που ακόμη ως τις μέρες μας οι ίδιοι με περιφάνεια τελούν ακόμη και μες τα αστικά κέντρα που μόνιμα πλέον οι περισσότεροι διαμένουν. Τέλος θα πρέπει να αναφερθεί ότι η παραγωγή του συγκεκριμένου μουσικού δίσκου που έγινε με την ευγενική χορηγία της Τοπικής Ένωσης Δήμων και Κοινότητας (ΤΕΔΚ) του Νομού Κιλκίς, του Λαογραφικού Συλλόγου Μεγαλολιβαδιωτών Πάικου Θεσσαλονίκης, του Συλλόγου Γυναικών Λιβαδίων «Οι Αρμάνες» αλλά και με την αφιλοκερδή συμμετοχή των μουσικών Δημήτρη Παράσχου, Γιάννη Κάλα, Νίκου Καρδογιάννη και Αντώνη Παπαδόπουλου, έχει σα σκοπό να συμβάλει στη διάσωση και προβολή της πλούσιας πολιτιστικής κληρονομιάς των Μεγάλων Λιβαδιών. Είναι μια ακόμη προσπάθεια, μαζί με αυτή των πολιτιστικών συλλόγων των απανταχού Μεγαλολιβαδιωτών στο να θυμηθούν οι παλαιότεροι και κυρίως να μάθουν οι νεότεροι ότι οι βλαχόφωνη ορεινή Κοινότητα της Κεντρικής Μακεδονίας είχε ιστορικά, αλλά και συνεχίζει να διατηρεί ως τις μέρες μας τη δική της σημαντική συμβολή στην πλούσια πολιτισμική παράδοση της πατρίδας μας.
Φώτης Κιλιπίρης
Κοινοτάρχης Λιβαδίων
π. Πρόεδρος Πανελλήνιας Ένωσης Πολιτιστικών Συλλόγων Βλάχων
(Από ένθετο)