Το τραγούδι αναφέρεται στη πεθερά που πάει να μαλώσει τη νύφη γιατί από αβλεψία έχυσε το ρακί. Παρεμβαίνει ο άντρας στη μάνα του που την λέει να μην την μαλώσει. Γιατί αν αυτή φύγει τότε τι θ' απογίνει ο κακομοίρης. (Πληροφορία από ένθετο)
Ακολουθούν οι στίχοι του τραγουδιού στη βλάχικη και στην ελληνική γλώσσα:
Ντάντα αμιά τσιά ντάρ ατσέα, τσι ν' βιρσέ ν' βιάστα αρκία
Μάνα μου τι κάνεις εκεί, που έχυσε η νύφη το ρακί
Τατς ντάντο νου μι νκάτσι νβιάστα κα βας φούγκου σχι βασ' μαλάσι
Σταμάτα μάνα μη μαλώνεις τη νύφη, γιατί θα φύγει και θα μ' αφήσει
Βαι μαλάσου του λουέτς του λουέτς του κάσα βέντου
Θα μ' αφήσει στη μιζέρια μες το έρημο το σπίτι
Βαι ν' αλάγκου πραγκ ντι πράγκ του ουν λάι λέμνου βάι μι φάκ
Και θα τρέχω από σπίτι σε σπίτι, σαν κακόμοιρο ξύλο θ' απογίνω.
(σ.σ. πράγκ-μπράντ-μπράντου= κορμός δέντρου που χρησιμοποιείτο σαν κατοσάνιδο στη βάση της κεντρικής πόρτας του σπιτιού. Η έκφραση «τρικού πράγκλου» σημαίνει «πέρασε το κατώφλι» δηλ. έφυγε από το σπίτι).
(Από ένθετο)