Σκωπτικό ποιμενικό τραγούδι της περιοχής Ξηρομέρου. Η λέξη τούμπε σημαίνει στη διάλεκτο των Φρασαριωτών Βλάχων, ματσάκι λουλουδιών. (Πληροφορία από ένθετο)
Ακολουθούν οι στίχοι του τραγουδιού:
Απόδοση στην βλάχικη γλώσσα:
Νιήκ νι αράμ μωρέ ντράκ νι αράμ
Όιλι αλ πάππου λι πιστιάμ
τούμπε τούμπε τούμπε τούμπε
τσιν πουρτάμ τσρούχλι κου φούντε
τσιν πουρτάμ τσρούχλι κου φούντε
ντι μουλτζίαμ όιλι του στρούγκε
νου νι αβιάμ σι αχέντι μούλτι
ούνε νιήγιε μώη τσίντσι σούτι
τούμπε...
πίστι μούντς μωρέ σι πίστι τζένι
τσι ν' πιστιάμ κουπία ντι στέρπι
τούμπε...
κου ντουφέκια πι πουλτάρι
πι σουμ σκρέτα ντι τεμπάρι
τούμπε...
Απόδοση στην ελληνική γλώσσα:
Μικρός ήμουν, διάολος ήμουν
τα πρόβατα του παππού έβοσκα
τούμπε τούμπε τούμπε τούμπε
φορούσα τσαρούχια με φούντες
φορούσα τσαρούχια με φούντες
και άρμεγα τα πρόβατα στη στρούγκα
δεν είχα και τόσα πολλά
κανά χίλια πεντακόσια
τούμπε...
πάνω σε βουνά και κορφές
έβοσκα το κοπάδι με τα στείρα
τούμπε...
με το ντουφέκι στις πλάτες
κάτω από την έρμη κάπα
τούμπε...
(Από ένθετο)